φημί


φημί
φάσκω / φημί высказывать, утверждать (лат. affirmo) inf. φάναι, fut. φήσω aor. εφησα οὔ φημι ['говорить нет'] отрицать (лат. nego)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "φημί" в других словарях:

  • φημί — φημι , φημί Spir. Prooem. pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φημι — φημί Spir. Prooem. pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φημί — ΝΜΑ, και δωρ. τ. φαμί και αιολ. τ. φᾱμι Α νεοελλ. (λόγια φρ.) «αυτός έφα» χρησιμοποιείται για να δηλώσει γνώμη που έχει εκφραστεί από αυθεντία, χωρίς να επιδέχεται καμιά αμφισβήτηση, και η οποία προέρχεται από τη φράση που χρησιμοποιούσαν οι… …   Dictionary of Greek

  • φῆμι — φῆμις speech fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φᾶσαι — φημί Spir. Prooem. pres part act fem nom/voc pl φημί Spir. Prooem. aor imperat mid 2nd sg (doric) φημί Spir. Prooem. aor inf act (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φάτε — φημί Spir. Prooem. pres imperat act 2nd pl φατε , φημί Spir. Prooem. pres ind act 2nd pl φημί Spir. Prooem. imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φήσει — φημί Spir. Prooem. aor subj act 3rd sg (epic) φημί Spir. Prooem. fut ind mid 2nd sg φημί Spir. Prooem. fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φήσουσι — φημί Spir. Prooem. aor subj act 3rd pl (epic) φημί Spir. Prooem. fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) φημί Spir. Prooem. fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φήσουσιν — φημί Spir. Prooem. aor subj act 3rd pl (epic) φημί Spir. Prooem. fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) φημί Spir. Prooem. fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φήσω — φημί Spir. Prooem. aor subj act 1st sg φημί Spir. Prooem. fut ind act 1st sg φημί Spir. Prooem. aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φήσῃ — φημί Spir. Prooem. aor subj mid 2nd sg φημί Spir. Prooem. aor subj act 3rd sg φημί Spir. Prooem. fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)